Translate

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Η νεράιδα της Χίου

Κάθε περιοχή έχεις τους μύθους της, τους θρύλους της και άλλα γεγονότα που χάνονται στο χρόνο με τα οποία οι κάτοικοι τα έχουν ως σύνδεσμο με την παράδοση και την ιστορία τους. Μια αντίστοιχη ιστορία γνωρίζω σε ένα χωριό της Χίου.

Η παράδοση μιλάει για έναν νέο βοσκό τον Γιάννη ο οποίος είχε βρεί ένα σημείο μιας ρεματιάς και ξεκουραζόταν τα μεσημέρια. Επειδή του άρεσε όμως τόσο πολύ πήγαινε εκεί και τα δειλινά και έπαιζε με την φλογέρα του. Τη μουσική του την άκουσε μια νεράιδα του νερού και εμφανίστηκε μπροστά του. Μόλις την είδε ο Γιάννης την ερωτεύτηκε.
Από τότε πήγαινε κάθε βράδυ και έπαιζε ώστε να την ξανασυναντήσει. Η νεράιδα τον έβλεπε κρυμμένη αλλά ποτέ δε τον εμφανιζόταν διότι ήξερε την μοίρα τόσο την δικιά της όσο και την δικιά του οπότε προσπαθούσε να την αποφύγει. Επίσης φοβότανμην την πάρουν είδηση και οι υπόλοιπες νεράιδες και την διώξουν. Όμως την μοίρα δε μπορείς να την αποφύγεις.

Ένα βράδυ ξαναπαρουσιάστηκε στον Γιάννη, διότι ο βοσκός είχε βάλει τα δυνατά του και έπαιξε τόσο ωραία που την έκανε να πάει κοντά του για να απολαύσει περισσότερο τη μουσική του. Ο Γιάννης τότε της μίλησε και της είπε πόσο πόλύ την έχει ερωτευτεί και πως θέλει να την κάνει γυναίκα του. Για κακή τους τύχη ξύπνησαν και οι υπόλοιπες νεράιδες και τους έπιασαν. Όμως επειδή την αγαπούσαν την νεραϊδούλα δεν την τιμώρησαν παρά μόνο της είπαν πως αν επιλέξει τον βοσκό τότε πρέπει να κάνει μια υπέρτατη θυσία. Η νεράιδα ήξερε. Όχι όμως και ο βοσκός. Έκατσε λοιπόν και το σκέφτηκε και επέλεξε τον βοσκό. Το επόμενο βράδυ ξαναβρέθηκαν. Του είπε πως για να γίνει δικιά του πρέπει να τραγουδήσει η ίδια ένα υπέροχο τραγούδι και εκείνος να την ακούσει όμως μετά από αυτό εκείνη θα χάσει τη φωνή της και εκείνος την ακοή του. Όπως και έγινε. Ο Γιάννης επειδή είχε μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα του τον είχαν βγάλει Κεφαλογίαννη και αυτό το παρατσούκλι έμεινε επίθετο στην οικογένεια του και μετέπειτα σε όλη την πορεία τον απογόνων του. Παράλληλα με το όνομα οι Κεφαλογιάννηδες έχουν προβλήματα ακοής και λένε πως οφείλεται σ' αυτόν τον θρύλο.

Τις προάλλες ήμουν στον νησί μου και περνώντας από το χωριό πέτυχα τον παπα-Κεφαλογιάννη και πήρα το θάρρος να τον ρωτήσω. Δε του ανέφερα την ιστορία αυτή παρά μόνο την απορία αν οι Κεφαλογίαννηδες δεν ακούνε καλά. Ο παπάς με κοίταξε με απορία και με ρώτησε τι είπα... Με αυτή την ειλικρινή και αυθόρμητη απάντηση ένιωσα πως έβλεπα μπροστά μου την ένωση του θρύλου με την πραγματικότητα και το τώρα. Τον χαιρέτησα και έφυγα με ένα παράξενο χαμόγελο στα χείλη μου προς την παραλία.
 

Η νεράιδα της λίμνης Κουρνά

Ένας Θρύλος που εξιστορεί για τη βασιλοπούλα που έγινε νεράιδα και χάθηκε για πάντα σε μια λιμνοθάλασσα όπως ήτανε άλλωστε η «προσταγή» της ….


Κάποτε λοιπόν στο μέρος που υπάρχει σήμερα η λίμνη Κουρνά , υπήρχε μία ολόκληρη πολιτεία . Οι άνθρωποι ζούσαν στα χρόνια εκείνα ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Τα σπίτια τους έμοιαζαν με αρχοντικά , τα γέλια των παιδιών και τα τραγούδια των νέων ακούγονταν στις πλατείες και στους δρόμους. Μια πεντάμορφη κοπέλα ζούσε σε εκείνο το χωριό. Το χωριό την είχε σε καμάρι του , μια και όμοιά της δεν υπήρχε πουθενά . Είχε μία παράξενη έλξη επάνω της , έλεγες ότι ίσως και να ήταν η ίδια η θεά της ομορφιάς .

Πολλοί είχαν μάθει γι αυτή την όμορφη κόρη και θέλησαν να τη γνωρίσουν , να τη χαιρετήσουν , και να θαυμάσουν από κοντά την ομορφιά που δεν μπορούσαν τα χείλη να πούνε με λόγια . Μα το παράξενο ήταν , όποιος γνώριζε αυτή τη πανώρια κόρη , λησμονούσε το τόπο του , λησμονούσε τη καταγωγή του , λησμονούσε τους φίλους και τους γονείς του , και θεωρούτανε μαγεμένος από δαύτη την ομορφιά .

Κάποτε η κόρη θέλησε να ταξιδέψει , και να γνωρίσει κι άλλους τόπους , κι άλλα μέρη. Όλο το χωριό βυθίστηκε στο πένθος λέγοντας της να μείνει , μα η κόρη δεν δέχτηκε . Τους υποσχέθηκε όμως ότι θα γυρίσει σύντομα κοντά τους . Οι κάτοικοι όμως δεν την πίστεψαν κι έτσι αποφάσισαν να τη συνοδέψει κάποιος για να πάρουν μετά το δρόμο του γυρισμού μαζί. Έτσι κι έγινε .

Έφτασε λοιπόν η μέρα του αποχωρισμού και όλοι οι κάτοικοι μαζεύτηκαν για να χαιρετήσουν τη πανώρια κόρη .

Ήρθε η ώρα κι η στιγμή που η πανώρια κόρη μαζί με ένα κάτοικο του χωριού είχαν ετοιμαστεί για το μεγάλο ταξίδι . Βάδιζαν αργά στο δρόμο αμίλητοι , ενώ η κόρη παρατηρούσε με μανία και θαυμασμό τις ομορφιές που έβλεπε για πρώτη φορά . Λίγο πιο έξω από το χωριό , ήταν μια πηγή . Αποφάσισαν να καθίσουν να ξεκουραστούν , μια και ο δρόμος ήταν ανηφορικός και δύσκολος . Ο γέρος συνοδός της σηκώθηκε κάποια στιγμή και της πρότεινε να συνεχίσουν αλλά η κόρη τον παρακάλεσε να καθίσουν λίγο για να προλάβει να πλυθεί και να χτενιστεί .

Η κόρη άρχισε να ξεπλέκει τα κατάξανθα μαλλιά της . Μα έτσι καθώς τα ξέπλεξε και χύθηκαν πάνω στους ώμους της στο φώς , θαρρείς πως έπεσε χρυσάφι στα μάτια του γέρου συνοδού της . Τα μάτια του θόλωσαν και άρχισε να βλέπει την πανώρια κόρη με «κακό μάτι» . Ένα μάτι όχι αγάπης και καλοσύνης όπως έκανε άλλες φορές , αλλά ένα μάτι ύπουλο , σαν θηρίο ανήμερο που ήταν έτοιμο να τη κατασπαράξει .

Η κόρη φοβήθηκε με την αντίδραση του γέρου συνοδού της και πριν προλάβει να την πλησιάσει και να κινηθεί προς το μέρος της , η πανώρια κόρη άρχισε να φωνάζει με κλάματα και λυγμούς είπε σπαραχτικά :
«Βούλα και βουλόλιμνα κι εγώ στοιχειό στη λίμνα»

Τη στιγμή εκείνη όλος ο τόπος βούλιαξε κι έγινε λίμνη . Ενώ η κόρη έγινε νεράιδα . Κάποιοι , λένε ότι την έχουν δει , στη μέση της λίμνης , να πλένεται να λούζεται δίπλα σε μια πηγή. Άλλοι λένε πως όποιος πιστεύει στο Θρύλο μπορεί και τη βλέπει και νύχτα , να γλιστράει στα γυάλινα νερά , να κολυμπάει να λούζει τα κατάξανθα μαλλιά της , να πλημμυρίζουν τα νερά της λίμνης με φώς ……….

Μονάχα όταν ο άνεμος φουσκώνει τα νερά της λίμνης , και γίνονται ορμητικά και άγρια τότε μόνο η κόρη κάθεται στα βαθιά και πλέκει , γνέθει , υφαίνει στον αργαλειό της , σιγομιλάει μόνη της , τραγουδάει περίλυπα τραγούδια , πολλές φορές κλαίει για την μοίρα που διάλεξε η ίδια ……..
Πολλές φορές οι κάτοικοι , βλέπουν πάνω στη λίμνη σαν να πέφτουν στάλες βροχής , χωρίς να βρέχει …. Λένε πως είναι τα δάκρυα της νεράιδας …… Ποιος ξέρει όμως άραγε…..
Λίμνη του Κουρνά στα Χανιά
 
 
 
 

Η νεράιδα της Μάνης




     Ο Γιώργης ο Μαυρομιχάλης μπαίνοντας από το τυροκομείο στο σπίτι, άρπαξε ένα σκαμνί κι έκατσε κοντά στο σοφρά που τούχε στρωμένον η μάνα του.
 -"Ν' ανάψω το φως;" τον ρώτησε κείνη. "Σκοτίδιασε"!

    Δεν της αποκρίθη. Αλλά η μάνα ήξερε τα χούγια του γιού της. 'Αμα δεν της αποκρινόταν της έδινε συγκατάθεση. Έτσι κι ο πατέρας του, έτσι κι ο πάππος του, δεν τόχαν εύκολο το "ναι" σα να ντρεπόντανε, από περηφάνεια. 'Αγγιξε με την άκρη του μαύρου τσεμπεριού το βλέφαρό της, όπως έκανε πάντα, σα να δάκρυζε, κάθε φορά που θυμότανε τους πεθαμένους, τους αραχνιασμένους ανθρώπους. Έπειτα πέρασε στη φωτογωνιά, άναψε το λυχνάρι, το γέμισε λάδι με το ρογί και του τόφερε. Η μικρή χρυσή φλόγα του φώτισε την πεντάλφα του λυχνοστάτη, το αμπάρι που ήταν γεμάτο λούπινα και καρπό, την κόρδα με τα κρεμμύδια και το πρόσωπο του Μαυρομιχάλη με τις άγριες μουστάκες, που τις έδενε πίσω από το ριζάφτι, σαν το Σκυλογιάννη. Η μάνα έβαλε το ψωμί, το φαΐ, το σκαμνί το δικό της κι αρχίσανε να τρώνε. 'Αξαφνα ο Μαυρομιχάλης χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο σοφρά:


 -"Δε μπορώ να καταλάβω", είπε με θυμό, "ποιος βρήκε το κουράγιο να μπει στο τυροκομείο το δικό μου! για να κλέψει τυρί. Και δεν είναι για το τυρί. Τυρί έχομε, απ' όλα έχομε, μπερκέτι. Δεν το σηκώνω όμως να με κλέβουν, να πατάνε το σπίτι μου". Γύρισε προς τη μάνα του και τη ρώτησε: "Ποιός νάναι";
 -"Τήγαρι ξέρω κι εγώ"!
 -"Από πότε κλέβουνε";
 -"Πάνε δυο μέρες και καρτέραγα να γυρίσεις από το βουνό με το κοπάδι για να στο πω". Ο άντρας έβγαλε το συμπέρασμα:
 -"Εδώ μέσα μπαίνει άνθρωπος ξένος", φώναξε απότομα, φοβεριστά, "αλλά που θα μου πάει! Θα τον πιάσω κι ας είναι και βρυκόλακας..."
     Οι δαχτυλάρες του Γιώργη του Μαυρομιχάλη παίξανε σα νάδραξαν, σα νάσφιξαν ανθρώπινο σβέρκο, ανθρώπινο καρίτζαφλα. Έπειτα ησύχασε λίγο. Μάνα και γιος ξανάρχισαν να τρώνε, να μιλάνε τρώγοντας. Είπανε για ένα βασιλικό καράβι -εγγλέζικο θάταν- που πέρασε ανοιχτά από τον Κάβο Γκρόσο. Οι Μεσομανιάτες δε χορταίνανε να το βλέπουν, ώσπου σκαπέτισε, χάθηκε πέρα στο πέλαγος. Στο Μεζάπο μάλιστα κουβεντιάστηκε πολυ και το ρεσάλτο. Είπανε να του ριχτούνε ξαφνικά του ξένου καραβιού και να το κουρσέψουνε, αλλά μετανιώσανε την τελευταία στιγμή.
 -"Δε θάχανε μπατσέρα για κούρσο!" είπε χαμογελώντας η μάνα, που τάξερε αυτά από τα παληά χρόνια, από τα νειάτα της. Και θυμήθηκε τα τραγούδια του φόβου, όπως τον ένοιωθαν τότε οι καπεταναίοι των ξένων καραβιών, κάθε φορά που ζυγώνανε τα βράχια της Μάνης:

Από τον Κάβο Ματαπά
σαράντα μίλια αλαργινά
κι από τον Κάβο Γκρόσο
σαράντα κι άλλο τόσο.
     Είπαν ύστερα για τον Αναστάση και για τον γιο του, που ο πρώτος είχε χτυπηθεί βαρειά στο κεφάλι κι ο δεύτερος ξέσκουρα στο βυζί. Τα μαντάτα τάχε φέρει ο Καλαπόθος, ο Τρικούτελος, από τη Μελτίνη, όπου κατεβήκανε οι Μπαρδουνιώτες, οι Τουρκαρβανίτες, για να πατήσουν τη Στροτζά, να κάψουνε τα μπαρούτια της. Η Μαυρομιχάλαινα σταυροκοπήθηκε, γυρίζοντας το μελαψό της πρόσωπο κατά την Ανατολή. Μάνα και γιος σωπάσανε για λίγο.
 -"Ας είναι καλά η Μάνη!" είπε ο γιος χτυπώντας το σοφρά με τη χερούκλα του. "Ας είναι καλά οι πέτρες, τα κοτρώνια της Μάνης και τα στριγγλολάγκαδα. Ακούς γρηά; Αυτά νάναι καλά και να βρίσκουμε μπαρουτόβολο για τις μπάλλες. Και λίγη ξεροκαυκάλα για φαΐ. Τίποτ' άλλο δε θέλομε. Κι από τον Πενταδαχτυλιά κι εδώθε ο Τούρκος δε θα ρίξει ρίζα ποτέ, όπως δεν έρριξε ως τώρα. Σου το δίνω γραφτό". Η μάνα μαζεύτηκε, μίκρηνε, ακούγοντάς τον. Ο Μαυρομιχάλης ανασηκώθηκε μονομιάς και καθώς ήτανε ψηλός η κούτρα του σα ν' ακούμπησε τη κορφή της κάμαρας, σα ν' άγγιξε το μεσοδόκι. "Αύριο" είπε βγαίνοντας από την πόρτα, "θα μείνω εγώ στο σπίτι και θα πας εσύ με το κοπαδι στο βουνό. Τον κλέφτη που μου παίρνει το τυρί, πρέπει να τον πιάσω".
 -"Όπως θέλεις γιε μου", ψιθύρισε η μάνα του. "Εσύ είσ' ο κάπος".
     Ήταν καλοκαίρι κι ο γιος πήγε και ξάπλωσε στο λιακό, εκεί που ξεραίνανε τα σύκα. Όλα φουρφουλίζανε γύρω-γύρω, όπως κάνουν τα δέντρα τη νύχτα, όπως κάνουν τα νερά. Ο αέρας φυσούσε δροσερός, ο θαλασσινός από τα Μοθοκόρωνα, ο στεριανός από τη μεριά του λαγκαδιού, ανάμεσα στο Κάστρο της Κελεφάς και το Βοίτυλο, κει που κοιμάται ο δράκος, ο Κάκαβος με τα φλουριά γεμάτος. Το φεγγάρι έλαμπε απάνου από την Τσίμοβα, στο Κουσκούνι, φωτίζοντας όλο το μεγάλο διάσελο, από τη Σαγγιά ως τη Μέσα Μάνη, ως εκεί που η στερνή πέτρινη καταβολάδα του Ταΰγετου πέφτει, στ' αρμυρό νερό, περνώντας ανάμεσα Μαρινάρι και Πόρτο Κάγιο. Στο πεζούλι, τα μικρά παιδιά από τα γύρω λιγοστά και σκόρπια σπίτια, παρακαλούσαν, όπως γινότανε πάντα το καλοκαίρι με το φεγγάρι, τη Μαυρομιχάλαινα:
 -"Για πες μας, για τη κουρμαδιά και για τις Νεράιδες. Πως έγινε; Που ήταν η βάρκα";
 -"Να, καρσί μας ήτανε. Εκεί που πάει να στρίψει ο δρόμος του Λιμενιού για ν' αγναντέψει το Καραβοστάσι. Στο ψήλωμα, στο μοναστήρι, εζούσε ένας καλόγερας. Κι από το μοναστήρι κατέβαινε πότε-πότε, τη νύχτα στη θάλασσα για να ρίξει τα παραγάδια. Μια τέτοια νύχτα ήρθαν οι Νεράιδες και τον πήρανε".
 -"Από που ήρθαν, κυρά";
 -"Από τα μέρη της Μπαρμπαριάς. Αποκεί έρχονται στον τόπο μας οι Νεράιδες".
 -"Κι ήταν πολλές";
 -"Τρεις. Η μια καλλίτερη από την άλλη, λουσοχτενισμένες κι οι τρεις, λιγνές, με τα χρυσά τους πασουμάκια και με τις μεγάλες άσπρες μπαμπακέλες τους, που παίζανε με τον αέρα. Η καθεμιά βάσταγε ένα κόκκινο περιστέρι στα χέρια, δικέφαλο".
 -"Με δυο κεφάλια, κυρά";
 -"Με δυο κεφάλια".
 -"Και κόκκινο";
 -"Κόκκινο, μπουγαζί, του Τρισκατάρατου, του Οξαποδώ".
 -"Και τον καλόγερα τι τον κάμανε, κυρά; Του πήρανε τη φωνή του";
 -"Όχι. Δεν του κάμανε κακό. Μια είπε στην αρχή, να τον σηκώσουν από τις αμασκάλες και να τον πετάξουν στο γιαλό. Αλλά οι δυο άλλες τον ελυπήθηκαν. Λύσαν το παλαμάρι κι εβγήκαν στ' ανοιχτά. Τράβηξαν κάτω, για την Καραβόπετρα κι έπειτα άλλαξαν ρότα, πέρασαν έξω από το Βενέτικο κι έβαλαν πλώρη για το κανάλι της Μάλτας".
 -"Και τι κάμαν οι Νεράιδες, κυρά";
 -"Η μια, η πιο μεγάλη, έπαιζε το λαβούτο της κι οι άλλες δυο, οι πιο μικρές χορεύανε και τραγουδούσανε όλη τη νύχτα. Ώσπου βγήκε τ' άστρι που διώχνει τα στοιχειά, ο αημερινός και γυρίσανε πάλι στο Λιμένι, στα Μαυρομιχαλιάνικα. Ξαναδέσανε το παλαμάρι στα βράχια και σε λίγο χαθήκαν με τα περιστέρια τους, γινήκανε καπνός".
 -"Κι ο καλόγερας";
 -"Έτριψε τα μάτια του, νομίζοντας πως καταφυγγιάστηκε, πως τάδε όλα στ' όνειρό του. Αλλά μες στη βάρκα βρήκε πούπουλα κόκκινα και κάτω από τα πούπουλα ένα παράξενο κουκούτσι. Τρόμαξε. Τα πούπουλα τα σκόρπισε στη θάλασσα και το κουκούτσι το πέταξε στην ανηφοριά. Αυτό το κουκούτσι είναι ο ψηλότερος κουρμάς που βλέπουμε στον τόπο μας, χρόνια και χρόνια".
 -"Ο πάππος μου", λέει ένας μικρός, "έχει ακουστά πως βγήκανε κουρσάροι στα βράχια μας κι είχανε και κουρμάδες μαζί τους. Κι ένα από τα κουκούτσια π' αφήσανε στο κολατσιό τους, φύτρωσε, ψήλωσε, έγινε ο κουρμάς του Λιμενιού".
 -"Τα ξέρω", είπε η Μαυρομιχάλαινα θυμωμένη, "κουρσάροι ήρθανε πολλές φορές στον τόπο μας από τη Μπαρμπαριά. Αλλά τον κουρμά τον έφεραν οι Νεράιδες..."
     Ο Γιώργης ο Μαυρομιχάλης, δεν πήγε με το κοπάδι το άλλο πρωΐ, έστειλε στο βουνό τη μάνα του κι εκείνος έμεινε να φυλά καραούλι να πιάσει τον κλέφτη του μαντριού. Τίποτα δε φαινότανε και καθώς η ώρα προχωρούσε, γλαρώθηκε στη θέσι του. 'Αξαφνα άκουσε ανάμεσα στα βράχια τσάχαλα, πατημασιές. Με το δεξί του χέρι έπιασε την πιστόλα, το γαργάλι της πιστόλας και περίμενε. Αλλά το χέρι του πάγωσε μονομιάς, γιατί εκείνο που πρόβαλε σε λίγο δεν ήταν άνθρωπος. Ήτανε Νεράιδα. Ταμπουρώθηκε κάπου και με το μάτι περίμενε να την ξεχωρίσει πιο καλά. Η Νεράιδα πέρασε από μπροστά του κι αντίς να του πάρει τη μιλιά του χαμογέλασε κι ο άντρας με το αίμα του, με τα ψαχνά του, με τα κόκκαλά του, κατάλαβε πως ήταν γυναίκα, γλυκειά γυναίκα. Τη σήκωσε με τα χοντρά του χέρια, την πήρε και την έφερε ζαλισμένος στο σπίτι του, όπου την απόθεσε απάνου στη μεγάλη κασέλλα με την αντρομίδα και τα φαντά. Δεν ήξερε να του μιλάει, να του αποκρένεται. Ήξερε μόνο να του χαμογελά κι ο Μαυρομιχάλης δεν ήθελε τίποτ' άλλο για να την κάμει δικιά του, για να σκύψει απάνου της και να τη ρουφήξει, όπως ρουφάνε οι διψασμένοι στον αυλό της βρύσης το νερό.
     Αυτή η νια πόμοιαζε με μαλαματόβεργα, ανέβαινε από τα βράχια στο τυροκομείο κι έπαιρνε το τυρί. Δεν είχε τίποτ' άλλο για να ζήσει. Τη πήρε γυναίκα του, έκανε μαζί της πολλά παιδιά κι η Νεράιδα του Γιώργη του Μαυρομιχάλη, όπως τη λέγανε σ' όλα τα χωριά, ρίζωσε και γίνηκε Μανιάτισσα.
     Λένε, πως ήτανε κάποια βασιλοπούλα, κάποια πριγκηπέσσα από την Ιταλία, από τη Φραγκιά, που επειδή έπεσε σε μεγάλο κρίμα, έδωσε διάτα ο πατέρας της να τη σκοτώσουνε. Αλλά η μάνα της, που πονούσε το σπλάχνο της, δεν άφισε να γίνει κρίμα. Την έβαλε σ' ένα καράβι κι είπε στον καπετάνιο να την αφήσει στο πιο ξερό, στο πιο γυμνό, στο πιο έρημο μέρος που υπάρχει στη Μεσόγειο κι ο καπετάνιος την άφησε στα βράχια της Μάνης.
     Ύστερα από χρόνια, ο πατέρας της, πεθαίνοντας, ένιωσε βάρος στη συνείδησή του γιατί εσκότωσε την κόρη του. Αλλά η μητέρα τον ξαλάφρωσε αποκαλύπτοντας το μυστικό της, τούπε πως την έστειλε με καράβι μακρυά, από κείνα τα χρόνια. Την αναζητήσανε, στείλανε νέο καράβι στη Μάνη κι όταν τη βρήκανε, της είπαν να ξαναγυρίσει στον πατέρα της, που την είχε συχωρέσει, που πρόσμενε τη συχώρεσή της κι αυτός.
     Τη συχώρεση του την έστειλε, αλλά δε γύρισε, δε θέλησε να γυρίσει στον τόπο της γιατί είχε πια δεθεί με τον τόπο του αντρός της. Σ' αυτή τη γυναίκα, στο αίμα αυτής της γυναίκας, λένε πως χρωστούν οι Μαυρομιχαλαίοι την ομορφιά της ράτσας τους.

"Τη θύμηση της Μάνης,
της πέτρας και του αέρα της Μάνης,
θα τη παίρνω πάντα μαζί μου όπου πηγαίνω.
Σαν φυλαχτό..."
 

ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!!!


ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ, ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ!!! ♥